Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Dirty Beaches - my father's youth



"The whole original concept behind 'Badlands' was based off of my father's youth. That was the initial idea. And it was a very personal, small record. You know, that was originally stated to be print in 500 copies only".





Τα παραπάνω λόγια του Dirty Beaches, όπως ειπώθηκαν σε συνέντευξή του, με κάναν να θυμηθώ ότι κάποτε είχα γράψει κι εγώ κάτι μικρούς ύμνους στους γονείς μου. Τέσσερα χρόνια πριν, σε ηλικία που τα περισσότερα παιδιά έχουν επαναστατήσει και "πατάνε πόδι", εγώ τρομαγμένη από κανα δυο "χαστουκάκια της ζωής", στεκόμουν και τους κοίταζα όπως με κοίταζαν εκείνοι όταν γεννήθηκα. Ευγνώμον που είναι στη ζωή μου. Τότε δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα έκανα χωρίς αυτούς. Και αυτή μου η αδυναμία ή ευαισθησία, έδινε στα υπαρξιακά μου ζητήματα μια τραγικότητα που καμιά φορά εξελίσσεται σε κάτι ποιητικό. Όπως η ωραία, ατμοσφαιρική δουλεία του Dirty Beaches.




"Ο μπαμπάς"
 Νόμιζα ότι η αλογόμυγα θα έμενε όλο το βράδυ να ζουζουνίζει σαδιστικά για να μου θυμίζει πόσο κακό κορίτσι ήμουν σήμερα. Σκέφτηκα: ούτε να τη σκοτώσω θα τα καταφέρω, ούτε να τη βγάλω έξω έτσι όπως στροβιλίζει. Έπρεπε να διαλέξω στο να την ακούω και ίσως να την αισθάνομαι μέχρι το πρωί, ή να αφήσω την πόρτα ανοιχτή με την ελπίδα να φύγει μόνη της, ενώ θα ξεπάγιαζα, βουλιάζοντας όλο και πιο βαθειά μες τα σκεπάσματα.
 Όμως και πάλι ήρθε ο φοβερός μπαμπάς να με βγάλει απ'τα σκούρα. Ανοίγει την πόρτα για να με καληνυχτήσει και γω του δείχνω τη μύγα που είχε καθίσει στιγμιαία στην κάσα της ανοιχτής μπαλκονόπορτας. "Γιατί δε μου το είπες;" ρωτάει καθώς βαδίζει κατά πάνω της. "Έχεις καμιά βρόμικη πετσέτα ή κάτι;" συνεχίζει και πριν προλάβω να απαντήσω παίρνει μια διπλωμένη εφημερίδα, δίνει μια στη μύγα και την κάνει κιμά. Βρίσκει και λίγο χαρτί και σκουπίζει το λεκέ της. "Τίποτα" σκέφτηκα. "Τίποτα δεν πρόκειται να καταφέρω στη ζωή μου χωρίς αυτόν. Είναι παντού, στις βραδιάτικες λιγούρες που με πιάνουν και τρέχει να μου πάρει κάτι έτοιμο, στο αυτοκίνητο για όποτε θέλω να με πετάξει κάπου, ακόμα και στο νερό όταν θέλω να δροσιστώ.
 Μπήκα στο μπάνιο απελπισμένη, με τα ρούχα πάνω μου, να βραχώ με κρύο νερό, μπας και συνέλθω. Και πριν προλάβω να καταλάβω το τσούξιμο του χειμωνιάτικου νερού, βγαίνει με την ίδια ηρωική παρέμβαση του μπαμπά σε όλα, το ζεστό νερό. "Πρόλαβε και άναψε το θερμοσίφωνο", σκέφτηκα. Ακόμα κι εκεί, στο μπάνιο μου, στην απελπισία μου, στην ανάγκη να παρεκτραπώ, πάντα βρίσκω απλωμένο το χέρι του μπαμπά.

"Αγέννητες"
 Καθώς με τρυπάγανε με τις βελόνες τους, ένα πράγμα σκεφτόμουν, ήθελα ζεστασιά και παρηγοριά. Προσπάθησα να σκεφτώ ό,τι πιο κοντινό έχω, ανθρώπους που μ'αγαπούν. Και ξαφνικά εμφανίστηκε στο μυαλό μου ένα όραμα. Αγκαλιές και χάχανα σε μια ηλιόλουστη παραλία. Είχαμε κάνει έναν κύκλο με τους γονείς μου και τον αδερφό μου και στριφογυρίζαμε γελώντας σαν μικρά παιδιά. Όμως όλα διακόπηκαν από μία άλλη σκηνή, πολύ περίεργη. Τα βλέμματα του πατέρα μου και του αδερφού μου άρχισαν να σκοτεινιάζουν, σα να με αποστρέφονται σιγά σιγά. "Είναι άντρες" είπα και εξαφανίστηκαν σαν καπνός.
 Η μαμά μου ήταν νέα πάλι, στην ηλικία μου. Και είχε αυτά τα ξανθά κοκκινίζοντα μαλλιά που έμοιαζαν πολύ με τα δικά μου, όπως είναι τώρα. Ήταν κι αυτή ένα κοριτσάκι που δεν ήξερε τι ήθελε. Που είχε δει τη μοναχικότητα του κόσμου, αλλά τότε είχε γνωρίσει τον μπαμπά και ήθελε να τον αφήσει να την κυριεύσει. Η μητέρα μου στην πιο άγρια μορφή της, νέα και πανκ, μια αληθινή αντιρρησίας, με τη δάνδικη εμφάνισή της, λίγο πριν δώσει το ωραίο χέρι της σ'αυτόν τον άνθρωπο. Με τον οποίο θα διαιώνιζε το είδος της. Όμως εκείνη τη στιγμή που την κοίταζα και προσπαθούσα να τη συγχωρήσω, πήρε άλλη απόφαση. Άλλαξε την ιστορία μας. 
 Κοίταξε τον ουρανό, μου χαμογέλασε και με πήρε απ' το χέρι. Φορούσαμε τα μαγιό μας ενώ το αεράκι και το δροσερό νερό, ανατρίχιαζε το κορμί μας. Κοιταχτήκαμε και χαμογελάσαμε η μία στην άλλη. Ήμασταν νέες και ελεύθερες ξανά. Βυθιστήκαμε αργά αργά, όμως με μια σταθερή αποφασιστικότητα. Η θάλασσα μια τεράστια μήτρα μας πήρε στα χλωρά τοιχώματά της. Θα κάναμε όσες κωλοτούμπες θέλαμε τώρα και θα ρουφάγαμε όλο το νερό του κόσμου. Άγριες και ελεύθερες ξανά.